Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΣΤΗ ΒΟΝΙΤΣΑ






Μείναμε καιρό με τους Ιταλούς στη Βόνιτσα, πριν κάνουν την εμφάνιση τους και οι Γερμανοί.
Σ όλο αυτό το διάστημα, η ζωή μας κυλούσε όπως και πριν, χωρίς περιπέτειες. Ήμουνα τότε επτά χρονών παιδί και θυμάμαι καλά, τα όσα συμβαίνανε γύρω μου.
Ένα δικό μας, παιδικό πρωινό,,, θα ήτανε δέκα με έντεκα το πρωί, κάνανε την εμφάνισή τους και οι πρώτοι Γερμανοί στη Βόνιτσα.
Ήρθανε πέρα απ το Ριζό, τυλιγμένοι μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης.
Ήτανε πέντ-έξη τρίκυκλες μοτοσικλέτες,,, απ αυτές με το καλαθάκι στο πλάι,,, με δυό Γερμανούς καθισμένους στον κορμό της κάθε μοτοσυκλέτας κι ένας τρίτος στο καλάθι της, με ένα πολυβόλο μπροστά του.
Σταμάτησαν στους Αγιαποστόλους.
Ήταν κάτασπροι απ τη σκόνη κι όταν βγάλανε τα κράνη και τα γυαλιά τους, κατάξανθοι και ξασπρουλιάρηδες καθώς ήτανε, μοιάζανε σε μας, σαν νάτανε εξωγήινοι.
Αράξανε κάτω απ τα πλατάνια μπροστά στην εκκλησία, που όλος αυτός ο χώρος ήταν τότε ένα πανέμορφο τοπίο,,, κι αρχίσαμε και μεις τα μικρά να μαζευόσαστε τριγύρω τους.
Κατά μήκος της εκκλησιάς και πέντε-έξη μέτρα απ αυτήν, ήτανε τρία αιωνόβια πλατάνια. Μετά, άφηναν ένα καινό χώρο για το δρόμος που πήγαινε στα Βέτκα,,, και μετά, άλλα δύό πλατάνια.
'Ήτανε και τα πέντε πλατάνια σε μιά ευθεία σειρά κι έφταναν μέχρι εκεί που είναι σήμερα η βρύση.
Πίσω απ τα δυό τελευταία πλατάνια ήταν και ένα πελώριο πεύκο.
Την μεγάλη αυτή ισκιάδα,,, την συμπλήρωνε από μπροστά και μια τεράστια καρυδιά που θάταν είκοσι μέτρα από το ιερό και ακριβώς ευθεία στο κέντρο του,,, και δίπλα της ακριβώς, ήταν η βρύση της Μπούχαλης, με τα κρυσταλλένια νερά της Κορπής.
Όλος αυτός ο χώρος, ήτανε μια φανταστική όαση σκιάς.
Παραπέρα, ήτανε όλα μια λάκα και η λάκα αυτή έφτανε μέχρι πέρα- περα στις μυγδαλιές του Παπαγαλάνη.
Εκεί λοιπόν στους Αγιαποστόλους σταμάτησαν να πάρουν μια ανάσα στην ισκιάδα των δέντρων οι Γερμανοί και εμείς τα μικρά, μαζεμένα γύρα τους και τους χαζεύαμε.
Ένας Γερμανός, έβγαλε από κάπου ένα αβγό,,, κι άρχισε να μας κάνει κόλπα και πειράματα
Πέταγε το αβγό από δω,, τόπιανε από κει,,, το εξαφάνιζε,,, το ματάπιανε στον αέρα,,, το χτύπαγε στη γροθιά κι από κει στο μπράτσο και πάλι στη γροθιά,,, και ενώ όλοι μας περιμέναμε να μας βγάλει κάνα παπαγλάκι μεσ΄ απ τ αβγό,,, τούπεσε καταής,,,κι έσπασε.
Του βάλαμε καζούρα κι όλα μαζί τα μικρά, φύγαμε για τη θάλασσα που μας περίμενε, αφήνοντάς τους εκεί.
Τούτη τη μέρα, ο Νάσος ήταν κακόκεφος και κοντοστάθηκε εκεί μπροστά,,, στην παρακάτω λάκα, που είναι τώρα το καφενείο του Κούτσικου.
Ήταν και δω αλάνα, με ένα μεγάλο σωρό από άμμο στη μέση της και κοντοστάθηκα και γω μαζί του.
Το οικόπεδο αυτό έφτανε μέχρι στο περιβόλι του καλίβα και στα μισά του, ήταν το πέτρινο ισόγειο σπίτι του Νάσου.
Απ το σπίτι και κάτω ήταν το περιβόλι μας,,, με τη κουρουμπλιά και τη φραντζάτα μας.
Μπήκε στο σπίτι ο Νάσος και γω πίσω του.
Τράβηξε το συρτάρι ενός τετράγωνου τραπεζιού που ήταν στη μέση, πήρε ένα κομμάτι ωμό ξύγκι και μασουλώντας το, κάθισε στα εξώσκαλα,,, και γω δίπλα του.
Ήταν πάντα λιγομίλητος ο Νάσος και τις λέξεις του, του τις τράβαγα με το τσιγκέλι.
-Εμένα η γάτα μ,,, είναι κυνηγιάρα,,, είπε πιάν και σπιτζούργια,.
Τούτη ακριβός την ώρα, έκανε την εμφάνισή του και ο μπάρμπα-Μήτσος ό Μηλάκας ο παέρας του Νάσου, ο επονομαζόμενος, σουρουκλάκιας...
Βλαστήμησε ως συνήθως τον Αι-Λευτέρη και δακρυσμένος, μας είπε πως σκότωσε το σκυλί.
Ήταν καλός κυνηγός ο μπάρμπα-Μήτσος και κυνηγούσε σε όλη την διάρκεια της κατοχής. Το όπλο, το είχε κριμένο σε μια τρύπα στις Μαγούλες και τα φυσεκλίκια του, τα έφτιαχνε μόνος του, με δικά του εργαλεία.
Πήγε κείνη τη μέρα και πήρε το όπλο απ την κρυψώνα του,,, και το κανελί σκυλί μας που είχε μαζί του, κυνηγάρικο καθώς ήταν,,, ξετρύπωσε μια αλπού.
Χώθηκε αυτή σε μια τρύπα και βγαίνοντας απ την άλλη ,,, της την μπουμπούνισε ο μπάρμπα-Μήτσος.
Έλα όμως που δεν ήτανε η αλπού.
Πήραμε το σκαλιστήρι με το Νάσο,,, και διαβήκαμε στη Μαγούλα να θάψουμε με κλάματα το κανελί κυνηγιάρικο σκυλί μας.
Στολίσαμε τον τάφο του με ωραίες στρογγυλές πέτρες , -που μαζέψαμε απ την διπλανή ποταμιά-,,, του βάλαμε κι ένα μεγάλο ξύλινο σταυρό για να τον φυλάει απ τα κακά,,, και πήραμε το δρόμο της επιστροφής, χωρίς να βγάλουμε μηλιά.
Ήταν τη μέρα που πρώτο-μπήκαν οι Γερμανού στη Βόνιτσα.


ΠΗΓΗ : http://www.giorgosbelesiotis.blogspot.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου